παραχαρακτής

παραχαρ-ακτής, οῦ, ,
A counterfeiter, coiner, Vett. Val.74.18, Sch.Ar.Ach.516.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παραχαράκτης — ο, ΝΜΑ, παραχαρακτής Α [παραχαράσσω] ο κατασκευαστής κίβδηλων νομισμάτων, ο κιβδηλοποιός νεοελλ. μσν. συνεκδ. αυτός που αλλοιώνει, που διαστρέφει, που παραποιεί, ο διαστροφέας («παραχαράκται τῆς ἀληθείας», Ευστ.) …   Dictionary of Greek

  • παραχαράκτης — [парахарактис] ουσ. а. фальшивомонетчик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παραχαρακτάς — παραχαρακτά̱ς , παραχαρακτής counterfeiter masc acc pl παραχαρακτά̱ς , παραχαρακτής counterfeiter masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PARACHARAXIMA Pecunia — Cassiano Collat. 1. c. 20. 21. et 22. pecunia est adulterina et falsâ cusione formata. Ita enim is c. 20. sive cum paracharaximis nos conatur illudere. Et c. 21. Paracharaximo scilicet nomismate, dum in illo veri Regis imaginem veneratur, parum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καλπουζάνος — ο, θηλ. καλπουζάνα 1. αυτός που κατασκευάζει κίβδηλα νομίσματα, κιβδηλοποιός, πλαστογράφος, παραχαράκτης 2. μτφ. (για πρόσ.) άνθρωπος δόλιος, απατεώνας, ασυνείδητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kalpazan] …   Dictionary of Greek

  • κιβδηλοποιός — ο αυτός που κατασκευάζει κίβδηλα νομίσματα, παραχαράκτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κίβδηλος + ποιός (< ποιῶ). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Άγγελου Σ. Βλάχου] …   Dictionary of Greek

  • παρασφραγιστής — ὁ, Α [παρασφραγίζω] παραχαράκτης σφραγίδων …   Dictionary of Greek

  • παρατρωτής — ὁ, Α [παρατιτρώσκω] διαστροφέας, διαστρεβλωτής, παραχαράκτης …   Dictionary of Greek

  • παραχαράσσω — ΝΜΑ, αττ. τ. παραχαράττω Α, παραχαράζω Ν μτφ. διαστρέφω, παραποιώ (α. «θεῑον δόγμα παραχαράττειν», Συνέσ. β. «παραχάραξε την αλήθεια») νεοελλ. απομιμούμαι ένα χάραγμα με σκοπό την απάτη και ιδίως κατασκευάζω ψεύτικα, κίβδηλα νομίσματα, είμαι… …   Dictionary of Greek

  • περιγραφεύς — έως, ὁ, Α 1. αυτός που περιγράφει, που σημειώνει κάτι ολόγυρα, που προσδιορίζει ή οριοθετεί κάτι 2. απατεώνας, παραχαράκτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < περιγραφή + κατάλ. εύς] …   Dictionary of Greek

  • κιβδηλοποιός — ο αυτός που κατασκευάζει κάλπικα νομίσματα, παραχαράκτης: Κατηγορήθηκε για κιβδηλοποιός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.